«Στην Ελλάδα το σινεμά δολοφονείται»!

Μαίρη Στάικου @ Movieworld

Ο Γιάννης Οικονομίδης που τάραξε τα νερά το 2003 με το «Σπιρτόκουτο» επανέρχεται στα κινηματογραφικά μας πράγματα και με αφορμή την δεύτερη ταινία του «Η Ψυχή Στο Στόμα» μας μίλησε για τους Νεοέλληνες, το φόβο απέναντι στο διαφορετικό, την επανάσταση και φυσικά την τέχνη.

Τι έχετε να πείτε σε όσους δεν αρέσει η ταινία;
Γιάννης Οικονομίδης: Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι, κάθε κριτική. Εξάλλου δεν είναι για όλο για τον κόσμο αλλά για αυτόν που όταν τη δει θα τη ρουφήξει, θα την καταλάβει, θα δεθεί μαζί της ερωτικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά, υπαρξιακά και οντολογικά και θα νιώσει την αγωνία. Και ο κόσμος που αγωνιά δεν είναι η μειοψηφία, όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν γι’ αυτήν την άποψη.

Δε φοβάστε την αντίδραση του γυναικείου κοινού; Οι ήρωες δε μιλάνε κολακευτικά για τις γυναίκες…
Γ. Ο.: Όπως το είπες, οι ήρωες οι οποίοι είναι fiction πρόσωπα. Τελεία.

Η γλώσσα της ταινίας είναι πολύ σκληρή. Έτσι εκφράζεται ο κόσμος σήμερα;
Γ. Ο.: Ο κόσμος της ταινίας έτσι μιλάει, εξάλλου κατ΄ εμένα δεν υπάρχουν βρισιέςαλλά σκληρή γλώσσα. Κάποιοι θα την αντέξουν, κάποιοι όχι, αλλά η τέχνη είναι για να προκαλεί, να μετατοπίζει. Η ένταση και τα συναισθηματικά κύματα που δέχεται ο θεατής και γενικά ο κάθε δέκτης ενός δημιουργήματος τέχνης, είτε αυτό είναι ταινία, τραγούδι ή βιβλίο, έχει σαν αποτέλεσμα να μετατοπίζεται η ψυχολογία του. Μπορεί στην ταινία μου να σε προκαλέσει η ουσία εκτός αν είσαι τόσο ρηχός…

Το παιδί του Τάκη, του ήρωα της ταινίας, μεγαλώνει σε ένα ακατάλληλο περιβάλλον. Πώς θα είναι το μέλλον του;
Γ. Ο.: Πολύ πιθανό να είναι ένα παιδί προβληματικό εφόσον μεγάλωσε σε ένα καθεστώς όπου δεν υπάρχει αγάπη, σταθερότητα, ζεστασιά. Κάποιοι άνθρωποι καρατομούνται με το καλημέρα – πραγματικότητα, πικρή μεν, αλλά πραγματικότητα. Ο κεντρικός κανόνας είναι οτιδήποτε είναι καταδικασμένο από την κοινωνία.

Ο κόσμος τί μπορεί να κάνει γι’ αυτό;
Γ. Ο.: Να επαναστατήσει. Η επανάσταση γίνεται από όλους εμάς, αρχικά σε προσωπικό επίπεδο και στη συνέχεια σε συλλογικό. Οι άνθρωποι θα προχωρήσουν τα πράγματα μπροστά. Σκέψου, για παράδειγμα, αν αποφασίζαμε, σε ολόκληρο τον πλανήτη, να κλείσουμε την τηλεόραση, μπορεί ο κόσμος να γινόταν καλύτερος. Είναι γενικό φαινόμενο ότι υπάρχει σκοτάδι αλλά υπάρχουν πάντα δίοδοι διαφυγής.


Η χρηματοδότηση ήταν πιο εύκολη μετά το « Σπιρτόκουτο»;
Γ. Ο.: Μπορεί και να ήταν, πάντως γυρίσαμε, όπως πάντα. με το σενάριο ανά χείρας μαζεύοντας χρήματα, πολύ λίγα πήραμε από το Ε.Κ.Κ., εν πάση περιπτώσει η ταινία έγινε. Εγώ, βρίσκω δε βρίσκω χρήματα, συνεχίζω…Εξάλλου το Κέντρο είμαστε εμείς. Τα Κρατικά Βραβεία όμως είναι ένα άλλο θέμα. Και εντάξει, άσε με εμένα, δεν τους άρεσε η ταινία. Οι ερμηνείες όμως; Και τίποτα να μη ξέρεις υποκλίνεσαι σε αυτές τις ερμηνείες! Αλλά αγνοήθηκε παντελώς στα Κρατικά Βραβεία, όπως και το «Σπιρτόκουτο», παρ’ όλο που είχε πάρει το βραβείο κριτικών! Και οι ηθοποιοί βάζουν από το υστέρημα τους, έχουν αφιερώσει χρόνο για την ταινία, οι πέτρες ακόμα αναγνωρίζουν ότι έχουν μεγαλουργήσει αλλά το σινεμά δολοφονείται! Δεν έχω ανάγκη τα βραβεία, όσοι είναι γύρω μου όμως έχουν φτύσει αίμα και τέλος πάντων τη στιγμή που καλώς ή κακώς εκπροσωπώ την Ελλάδα στις Κάνες με αυτή τη ταινία είναι αλητεία και γκανγκστερισμός να μην αναγνωρίζονται οι ηθοποιοί.

Με τη διανομή τι προβλήματα συναντήσατε;
Γ. Ο.: Όλοι κώλωσαν. Βγαίνει μόνο σε μία αίθουσα ενώ θα μπορούσε να έχει μια πιο αξιοπρεπή παρουσία. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει ένας πόλεμος απέναντι στην ταινία, ένα μένος πρωτόγνωρο καθώς κυριολεκτικά φάγαμε πόρτα από τους κεντρικούς κινηματογράφους. Είτε φοβήθηκαν είτε τους προσέβαλλε σε επίπεδο…νεοελληνικό! Κάθε εμπόδιο για καλό όμως. Απ΄ όταν κατάλαβα τί με ενδιαφέρει σαν κινηματογραφιστής, σαν Γιάννης και σαν πολιτικό ον, το συμπέρασμα είναι ότι η τέχνη πρέπει να επιστρέψει εκεί που ήταν παλιά, πέρα από τη διασκέδαση, το ράφι και το shopping. Η καλλιτεχνική πράξη – και το καλλιτεχνικό έργο – πρέπει να είναι ουσίας και να αποκτήσει ξανά την αρχαιοελληνική της έννοια. Να προκαλέσει διάλογο και προβληματισμό, να εμπνεύσει.

Και με τί χρήματα θα κάνεις τέχνη, αν δεν μπορείς να τη πουλήσεις;
Γ. Ο.: Εδώ είναι και το βαθύτερό μου πιστεύω. Ο κόσμος. They ’ve got the guns but we got the numbers, το λέει και ο Jim Morrison. Είμαστε πολλοί. Τόλμησα με το «Σπιρτόκουτο» και είδα ότι υπήρχε κόσμος που γούσταρε μαζί μας, κόσμος που ψάχνεται. Αν και με το «Η Ψυχή…» στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν κάποιοι που χαμογελούσαν μπροστά μου αλλά ήταν έτοιμοι να μου καρφώσουν το μαχαίρι στη πλάτη – είναι που στο σινάφι μου καθένας κοιτάει τον εαυτό του. Μια κοινότητα που υποτίθεται ότι έχει αγανακτήσει από την αδικία εις βάρος της ταινίας αλλά στο τέλος κανείς δεν άνοιξε το στόμα του να υπερασπιστεί τον Οικονομίδη. Απλά λίγοι άνθρωποι όπως ο Γραμματικός ή ο Γιάνναρης εξαιρούνται της γενικής ύπνωσης.

Στις Κάνες τΊ έγινε;
Γ. Ο.: Παίχτηκε η ταινία, σε άλλους άρεσε πάρα πολύ, άλλοι φρίκαραν. Ανάλογες αντιδράσεις με εδώ, απλώς εκεί το κοινό εκεί είναι πιο εξασκημένο. Είπαμε, η ταινία δεν είναι για όλο τον κόσμο ούτε μπορεί π. χ. να παιχτεί στην τηλεόραση! Είναι ακραία, σκληρή, σκοτεινή, ζοφερή πλην όμως κάτι κομίζει στον ελληνικό κινηματογράφο σε επίπεδο φόρμας, γλώσσας δηλαδή κινηματογραφικής και σε επίπεδο ουσίας. Το πρόβλημα είναι οι ενδιάμεσοι που επιβάλλονται στη ζωή μας και αποφασίζουν πριν από μας για εμάς, ποιους ενδιαφέρει και τί τους ενδιαφέρει. Και εδώ έρχεται το Internet για να τους καταργήσει μαζί με τη λογοκρισία, τα πρέπει και τα δεν πρέπει.

Ο ήρωας βγάζει την καταπίεση που έχει δεχθεί στο παρελθόν στους άλλους. Ως εκ τούτου είναι συμβολικός ο ρόλος του;
Γ. Ο.: Αν θες να δώσεις μια ψυχολογική ερμηνεία φυσικά είναι ένας άνθρωπος με πολλά προβλήματα που φαίνονται από το πώς φέρεται στη γυναίκα του μέχρι την τελευταία σκηνή. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο είναι το αρχέτυπο που προβάλει, της «μαύρης» απόλυτης εξουσίας. Είναι ένας βελζεβούλης, το αρχέτυπο του κακού.

Η ταινία χαρακτηρίστηκε «γροθιά στο στομάχι» Μάλλον όμως αυτή είναι μια μπανάλ έκφραση, εσείς προσωπικά τί χαρακτηρισμό θα της δίνατε;
Γ. Ο.: Πολλούς! Από τις μέχρι τώρα προβολές όπου ήμουν παρών καθένας τη βιώνει διαφορετικά. Δεν έχεις μία ή δύο αντιδράσεις αλλά εκατό διαφορετικές, από γέλιο και λύπη μέχρι γροθιά στο στομάχι ή και λύτρωση. Είναι μια ταινία που δεν ξέρεις πού θα σε πάει καθώς έχει πολλές και πολλαπλές παρενέργειες.

Είναι το sequel του «Σπιρτόκουτου»;
Γ. Ο.: Είναι μια προχωρημένη συνέχεια πάνω στο ανθρώπινο κακό και, αναλόγως, μπορεί να κάνω και ένα τρίτο μέρος.

Την αγαπάτε περισσότερο από το «Σπιρτόκουτο»;
Γ. Ο.: Το ίδιο! Απλώς είναι μια διαφορετική δουλειά, δυο βήματα πιο πέρα, καθώς έφτασα πιο βαθιά σε ζητήματα που με απασχολούσαν και σε επίπεδο κινηματογραφικής τεχνικής και σε επίπεδο ουσίας. Και από τις δύο έχω αναμνήσεις και οι δύο με εκφράζουν περισσότερο από προηγούμενες δουλειές μου (ντοκιμαντέρ και μικρού μήκους ταινίες) και καθεμιά έγινε στο σωστό χρόνο. Και υπό μία έννοια είναι και μαύρες κωμωδίες με ένα περίεργο τρόπο, αρκεί να έχεις χιούμορ και αυτοσαρκασμό για να το δεις αυτό και να γελάσεις αλλά με ένα τρόπο πικρό. Αλλά, ακόμα πιο βαθιά, είναι μια πολιτική ταινία που με τρόπο ανθρωποκεντρικό και ουσιαστικό μιλάει ξεκάθαρα για την παράνοια του Νεοέλληνα. Η μη αποδοχή της ταινίας έχει να κάνει με το φόβο προς το διαφορετικό, φόβο ειδικά του μικρομεσαίου. Η μεσαία τάξη είναι η πιο κλειστοφοβική και ανασφαλής τάξη και δείχνει άρνηση προς οτιδήποτε καινούργιο και το «Η Ψυχή Στο Στόμα» είναι κάτι πολύ καινούργιο για τα κινηματογραφικά δεδομένα. Καθώς η μεσαία τάξη δεν έχει ταυτότητα και δεν ξέρει πού πατάει αρνείται κάθε τι έρχεται να ταράξει τα νερά και να της χαλάσει τη νιρβάνα.

Μιας και μιλάμε για πολιτική θα κάνατε μια ταινία για τη Κύπρο όπου γεννηθήκατε και μεγαλώσατε;
Γ. Ο.: Στη Κύπρο αυτή τη στιγμή δεν κινείται τίποτα και υπάρχει έντονα ο φόβος προς το διαφορετικό που λέγαμε προηγουμένως. Είναι δέκα φορές χειρότερα από την ελληνική επαρχία γιατί εκεί υπάρχει οικονομική ευμάρεια. Δεν έχω τη διάθεση να κάνω κάτι στη Κύπρο, προτιμώ στον ελληνικό χώρο που είναι ζωντανός, γίνονται πράγματα και υπάρχει νεολαία.

Ποια ήταν η τελευταία ταινία που είδατε και σας άρεσε;
Γ. Ο.: Το «Η Ελεύθερη Βούληση».

Αν οι ήρωές έχουν «την ψυχή στο στόμα», η καρδιά και το μυαλό τους πού είναι;
Γ. Ο.: Κοίτα, μιλάμε για μια ψυχή εκστατική, ένα σπαραγμό, μια κατάσταση οριακή όπου και η καρδιά και το σώμα μαζί με τη ψυχή είναι σε ένα σημείο αναρώτησης, σε μια υπαρξιακή διάσταση, λίγο πριν το τέλος…

Εμείς απλά ελπίζουμε και οι θεατές να αντέξουν αυτή την λυτρωτική ίσως αλλά και εξοντωτική για τον μέσο άνθρωπο έκσταση που τους μεταφέρετε κύριε Οικονομίδη…

Advertisements

~ από dirakis στο Φεβρουαρίου 28, 2007.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: