Cineντευξη: Ερρίκος Λίτσης

 Cineντευξη στον Γιάννη Δηράκη (Cine.gr)

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Ερρίκος Λίτσης κάνει τα πρώτα του βήματα «στο σανίδι», ένα καλοκαίρι στα Χανιά. Είναι μέλος ρεμπέτικης κομπανίας κι επειδή δεν ξέρει μπαγλαμά, «για να δικαιολογήσει το μεροκάματό του», αποφασίζει να παρουσιάζει στα διαλείμματα των τραγουδιών ένα πρωτόλειο stand-up comedy. «Στην αρχή ήταν κάπως αυθόρμητο, σκετσάκια, παίζοντας και κάποια χιουμοριστικά τραγούδια της εποχής, του Λογοθέτη, του Ανδρεάδη, που τα ‘λεγα με ένα θεατρικό τρόπο, έπιανα λίγο την κουβέντα με τον κόσμο». Το ίδιο επαναλαμβάνει και το ’89 στην Πάτρα όπου εργαζόταν για 6 μήνες μουσικός παραγωγός σε ραδιοφωνικό σταθμό και το βράδυ πεταγόταν στο Ρίο για ένα καλύτερα οργανωμένο αυτή τη φορά show, με μουσική, φώτα και μεγαλύτερη επιτυχία.

Τη δεκαετία του ’80 επίσης, γράφεται σε ερασιτεχνικό θίασο, στην «Εστία Νέας Σμύρνης» και δίνει 7-8 παραστάσεις το χρόνο. Ερασιτεχνικά, «για καλύτερη σπατάλη του χρόνου του», ήδη ανακαλύπτει το ταλέντο του, πέρα από την αγάπη για την υποκριτική.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 εργάζεται ως disc jockey και το ’97 σταματά για προσωπικούς λόγους. Όταν αποφασίζει μετά από δυο χρόνια ανεργίας να ξαναβρεί δουλειά, έχει μείνει «έξω απ’ το παιχνίδι» και πρέπει να βρει κάτι να ασχολείται. Δεν έχει μάθει «τίποτα άλλο να πουλάει εκτός από τον εαυτό του» και με την παρότρυνση κάποιων καλών του φίλων που πίστευαν σ’ αυτόν, αρχίζει να παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής στο «Θέατρο των Αλλαγών» για 1,5 χρόνο και να «βάζει σε μια τάξη όλα αυτά που είχε από ένστικτο ή από ταλέντο». Κάπου εκεί, κάνει και τις πρώτες του μικροεμφανίσεις σε κάποια σίριαλ, στην τηλεταινία «Ο Μετρητής» (2000) με πρωταγωνιστή τον Στέλιο Μάινα

Πώς προέκυψε λοιπόν το «Σπιρτόκουτο»;
Αυτά στη ζωή συμβαίνουν πολύ σπάνια. Προέκυψε όπως η συνάντηση του Mick Jagger με τον Keith Richards. Ή του Lennon με τον McCartney. Η συνάντησή μου με τον Οικονομίδη ήταν μια τυχαία γνωριμία, η οποία οδήγησε σε δυο ταινίες κι ελπίζω να οδηγήσει και σ’ άλλα πράγματα. Ήταν δηλαδή μια τυχαία συνάντηση. Εγώ, είχα διαβάσει στην «Ελευθεροτυπία» ότι κάποιος σκηνοθέτης ζητάει ηθοποιούς μεταξύ 40-45 χρονών και όποιος ενδιαφέρεται, να παραδώσει βιογραφικό στο Ordino, ένα γραφείο καλλιτεχνών. Εγώ ήμουν 44. Πήγα κι εγώ μ’ αυτό το φτωχό βιογραφικό που σου διηγήθηκα πριν και με κάποιες φωτογραφίες που είχα βγάλει σ’ ένα φωτογράφο της γειτονιάς μου, στα Πετράλωνα, με την ελπίδα ότι μπορεί να με δει, να με καλέσει… Έψαχνα δηλαδή να μπω σιγά-σιγά σε παραγωγές. Όταν άφησα το βιογραφικό στη ρεσεψιόν -κι εδώ είναι το μαγικό που λέω- για καλή μου τύχη, η κοπέλα που τα μάζευε, καλή της ώρα, μου λέει «στο μέσα γραφείο είναι ένας σκηνοθέτης και ψάχνει για ηθοποιούς. Δεν πας να πεις μια καλησπέρα;». Αυτός ο σκηνοθέτης στο μέσα γραφείο ήταν ο Οικονομίδης που εκείνη την εποχή (τέλη του 2000) έφτιαχνε μια ταινία μεγάλου μήκους την οποία δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Γνωριστήκαμε και μου έδωσε ένα μικρό ρόλο να παίξω, ένα σουβλατζή. Κάναμε περίπου δυο μήνες πρόβες. Και για τους λόγους που ο Οικονομίδης ξέρει, αυτή η παραγωγή δεν έγινε. Είχε γίνει όμως η γνωριμία και είχαμε δει ότι υπάρχει μια χημεία, μια καλή σχέση μεταξύ μας. Κάποια στιγμή, μετά το τέλος αυτής της ιστορίας, ο Γιάννης με έψαξε και μου πρότεινε να χτίσει μια ταινία πάνω μου. Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή δεν τα πήρα πολύ στα σοβαρά αυτά τα πράγματα. Κάτι δεν μου πήγαινε. Σκέφτηκα ότι αστειεύεται, δε μιλάει σοβαρά ο τύπος. Αλλά η επιμονή του και η περεταίρω γνωριμία μου μαζί του, που άρχιζα να βλέπω ότι «ταίριαζαν τα χνώτα μας» στις μουσικές που ακούμε, στα βιβλία που διαβάζουμε, άρχισε να αναπτύσσεται μια φιλία μεταξύ μας και άρχισα να παίρνω πολύ πιο σοβαρά αυτά που μου έλεγε. Όταν βέβαια μου γνώρισε και την Ελένη Κοκκίδου (η Μαρία του «Σπιρτόκουτου») και τον Κώστα Ξυκομηνό (ο κουνιάδος του πρωταγωνιστή), ήταν από κει και πέρα θέμα χρόνου. Άρχισε να με ενθουσιάζει η ιδέα…

Πώς αντέδρασες όταν κατάλαβες πόση ένταση και απαιτήσεις είχε ο ρόλος σου;
Δεν μπορώ να πω ότι μου έκανε εντύπωση, γιατί ήταν η πρώτη μου ταινία και πίστευα ότι έτσι ήταν ο κινηματογράφος. Ότι πρέπει να κουραστείς πολύ, πρέπει να «σου σκιστεί ο κώλος». Κι αφού είχα επιλέξει αυτό το πράγμα, κουραζόμουνα μεν αλλά το έκανα με μεγάλη χαρά. Πίστευα ότι όλοι οι σκηνοθέτες, έτσι δουλεύουν. Βάζουν τον ηθοποιό να «του φύγει ο κώλος» που λένε. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Δεν έχει να κάνει μόνο με την ένταση του ρόλου, έχει να κάνει και με την εκπαίδευση. Το πραγματικό δικό μου σχολείο στην υποκριτική, σ’ αυτό που λέμε κινηματογράφο, είναι η συνεργασία μου με τον Οικονομίδη. Απ’ όταν τελείωσα το «Σπιρτόκουτο» και μετά, μπορώ να πω ότι είχα κάποιες γνώσεις για το πώς γίνεται κανείς και τι σημαίνει ηθοποιός του σινεμά. Δεν με φοβίζει εμένα η δυσκολία, το θεωρώ κομμάτι της δουλειάς μου. Μ’ αρέσει, το αγαπάω αυτό το πράγμα, δεν ψάχνω δηλαδή για μια δουλειά ξεκούραστη, ίσα – ίσα, όταν κουράζομαι, νιώθω ότι τα πράγματα πάνε καλά. Άμα γίνονται εύκολα, κάτι δεν μου πάει.

Μετά τα γυρίσματα σού είχε μείνει καθόλου φωνή;
Η ταινία είναι πολύ φωνακλάδικη, είχαμε και πολλές πρόβες και πολλά γυρίσματα… Ακόμα και μικρολεπτομέρειες, έχουν γυριστεί δεκαπέντε φορές. Μια πόρτα, την ανοιγόκλεινα κάνα μισάωρο, μέχρι να βρει το κατάλληλο «ανοιγοκλείσιμο» ο Γιάννης … γιατί ο Οικονομίδης κοιτάει να είναι το κάθε τι άψογο.

Μήπως προσπαθούσε να σας φέρει στα όριά σας;
Δεν ξέρω, πρέπει να ρωτήσουμε τον ίδιο. Αλλά αν τα όριά μας δοκιμάζονταν από μια πόρτα… Αντίθετα, δοκιμάστηκαν στην «Ψυχή στο Στόμα». Στο «Σπιρτόκουτο» δοκιμάστηκαν τα όριά μας σε επίπεδο νευρικής κρίσης και φωνών. Αλλά στην «Ψυχή στο Στόμα», τα όριά μας δοκιμάστηκαν και σε επίπεδο ψυχολογικής βίας. Έπαιξα με τα όριά μου τα ψυχολογικά και τα σωματικά.

Όπως στη σκηνή που ο Κώστας Ξυκομηνός σου τρίβει το κεφάλι στη ρόδα του αυτοκινήτου…
Είχα δώσει το πράσινο φως στους συναδέλφους μου, στις βίαιες σκηνές να το παίξουν φυσικά, όσο αντέχω. Αν δεν αντέχω, θα φεύγω εγώ. Είναι σαν να είχα εγώ «το ελεύθερο» να πω το cut στο γύρισμα. Σ’ εκείνη τη σκηνή του είχα πει «θέλω να μου τρίβεις το κεφάλι κι ας πονάω. Αν δεν αντέχω, θα σου πω σταμάτα». Ή όταν με αρπάζει η Κεχαγιόγλου απ’ το λαιμό, της είχα πει «σφίξε μου το λαιμό, μέχρι να μου πεταχτούν τα μάτια έξω. Αν μου κοπεί η ανάσα και δεν αντέχω, θα σου κατεβάσω το χέρι». Ή στα σκαμπίλια, «δώστε τα με την ένταση που νομίζετε εσείς. Αν νομίζω ότι είναι πέρα απ’ τις αντοχές μου, θα σας πω μην το κάνετε». Δηλαδή, έπαιξα κι εγώ λίγο με τα δικά μου όρια. Συνειδητά. Ήθελα να το κάνω γιατί νομίζω ότι σαν άνθρωπο, με δυναμώνουν αυτά τα πράγματα.

Νιώθεις ότι με το «Σπιρτόκουτο» έγινε μια τομή στον ελληνικό κινηματογράφο;
Δεν το συνειδητοποίησα με την πρώτη, αλλά όταν είδα ολοκληρωμένη την ταινία κατάλαβα και ένιωσα ότι έχουμε κάνει κάτι πολύ δυνατό με τον Οικονομίδη. Και λέω «έχουμε», με το θάρρος της συμβολής που έχω σε αυτό, γιατί ακόμα κι ο μικρότερος ρόλος, όλοι έχουν κάποια συμβολή σε αυτή την κατασκευή. Άλλος μεγαλύτερη, άλλος μικρότερη, είναι όμως μια ομαδική δουλειά το «Σπιρτόκουτο». Όχι με την έννοια της «ομάδας εργασίας», αλλά ο καθένας έχει βάλει και μια πινελιά.

Αυτό μου το ανέφερε και ο Οικονομίδης στη συνέντευξή του…
Ναι, νομίζω ότι κι ο Γιάννης έτσι το νιώθει. Ότι έχει να κάνει με μια ομάδα συνεργατών που ο καθένας, ανάλογα με τις δυνατότητές του, συμβάλλει σ’ αυτό το πράγμα. Και ο Οικονομίδης έχει την ικανότητα και τη δύναμη να παίρνει απ’ τον καθένα το καλύτερο. Έχει να κάνει και με τις ικανότητές του ως σκηνοθέτη, τις οποίες εγώ τις είδα και στο «Σπιρτόκουτο» και τις βλέπω και ολοκληρωμένες στην «Ψυχή στο Στόμα». Πιστεύω ότι ο Γιάννης Οικονομίδης «θ’ αφήσει εποχή» στον ελληνικό κινηματογράφο. Έχει μεγάλη δύναμη σαν κινηματογραφιστής και σαν άτομο. Είναι σαν ένας καλός προπονητής που παίρνει απ’ τον ταλαντούχο ποδοσφαιριστή το καλύτερο. Δεν είναι όλοι Ροναλντίνιο, αλλά αν ο προπονητής ξέρει, θα βγάλει το καλύτερο κι απ’ τον άλλον.

Έχεις πάντως μια τάση να παίζεις σε ταινίες νέων κινηματογραφιστών (ας πούμε το «Είναι ο Θεός Μάγειρας;» του Νιζήρη, το «Τσίου» του Παπαδημητράτου ή το «Κι αν φύγω… Θα ξανάρθω» της Μασκλαβάνου …).
Η αλήθεια είναι ότι οι νέοι σκηνοθέτες, με ανακαλύψανε. Μου το ζήτησαν οι ίδιοι. Είναι κι άλλοι που με ζήτησαν μετά το «Σπιρτόκουτο» αλλά δεν είπα ναι σε όλους. Δεν μιλάω για αμοιβές, γιατί και στο «Τσίου» και στην ταινία της Μασκλαβάνου είναι φιλική η συμμετοχή, ενώ στου Νιζήρη έπαιξα μ’ ένα μικρό χαρτζιλίκι. Αυτοί με επέλεξαν σαν ηθοποιό κι εγώ απ’ αυτούς επέλεξα με ποιους θα συνεργαστώ, ανάλογα αν μου κάνει κάποιο κλικ, είτε ο σκηνοθέτης σε προσωπικό επίπεδο, πράγμα που μετά τη συνεργασία με τον Οικονομίδη έχει μεγάλη σημασία για μένα, είτε το σενάριο. Εμπιστεύτηκα δηλαδή το ένστικτό μου και θεωρώ ότι έκανα πολύ καλά που συμμετείχα σ’ αυτές τις ταινίες.

Και βέβαια σε ζήτησε και ένας καταξιωμένος σκηνοθέτης, ο Παναγιωτόπουλος, για το “Delivery”.
Το θεώρησα μεγάλη μου τιμή και χάρηκα πολύ γιατί αμέσως μετά το «Σπιρτόκουτο», η αμέσως επόμενη ταινία και μάλιστα με Β’ ανδρικό ρόλο, όχι με μικρό ρολάκι, ήταν στην ταινία του Νίκου του Παναγιωτόπουλου. Ανεξάρτητα αν μου αρέσουν όλες οι ταινίες του ή όχι (το Delivery μάλλον μου άρεσε, με κάποιες επιφυλάξεις, αλλά μου άρεσε)…

Και μετά από όλα αυτά, ήρθε η «Ψυχή στο Στόμα»…
Ήταν το φυσικό επόμενο βήμα του Γιάννη Οικονομίδη. Το «Σπιρτόκουτο» είχε κάνει λίγο-πολύ τον κύκλο του, είχε βγει στις αίθουσες –χωρίς επιτυχία, με μεγάλη επιτυχία εκ των υστέρων μέσα από το DVD και το βίντεο. Όποιος την έβλεπε, προέτρεπε να τη δουν κι άλλοι άνθρωποι. Είχα φτάσει να γίνομαι αναγνωρίσιμος στο δρόμο απ’ το «Σπιρτόκουτο», χωρίς να το καταλαβαίνω κι εγώ…

Ξέρεις βέβαια ότι πολλές από τις ατάκες του «Σπιρτόκουτου» χρησιμοποιούνταν σαν ανέκδοτα στις παρέες…
Ναι, το ‘χω μάθει και με χαροποιεί. Γιατί αυτό το πράγμα στο ελληνικό σινεμά είχε να εμφανιστεί από την εποχή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που λέγανε κάποιες ατάκες οι παλιοί ηθοποιοί και τις «κουβαλάμε» μέχρι σήμερα. Χάρηκα πολύ που και το «Σπιρτόκουτο» ανέπτυξε μια τέτοια δυναμική. Δηλαδή οι ατάκες να μεταφερθούν και να μείνουν στο διηνεκές. Χαίρομαι που αγαπήθηκε ειδικά από τη νεολαία το «Σπιρτόκουτο» κι ελπίζω να αγαπηθεί και η νέα ταινία. Πιστεύω ότι η νεολαία καταλαβαίνει τι θέλει να δείξει ο Οικονομίδης μ’ αυτά τα πράγματα.

Πώς θα χαρακτήριζες την «Ψυχή στο Στόμα»;
Είναι λαϊκή ταινία, όπως και το «Σπιρτόκουτο». Δεν είναι δυσνόητη ή «κουλτουριάρικη» με την κακή έννοια. Αν είναι δύσκολη, είναι γιατί είναι σκληρή. Σε σχέση με τα νεύρα και την αντοχή του θεατή. Έχει «θεωρητικό αίμα». Αν ήταν ταινία τρόμου, θα ήταν στα όρια του σπλάτερ. Είναι τέτοιος ο καταιγισμός ψυχολογικής και λεκτικής βίας, είναι σαν από κάθε μαχαιριά να αναβλύζει αίμα, να πετιέται σαν συντριβάνι. Ο Οικονομίδης ήθελε όχι μόνο να δεις αλλά και να νιώσεις την καταπίεση του βασικού ήρωα. Και πιστεύω ότι σε μεγάλο βαθμό το κατάφερε.

Και γιατί υπάρχουν θεατές που φεύγουν από τις προβολές;
Για να σου δώσω να καταλάβεις, πριν κάποια χρόνια είχαμε πάει με φίλους και είδαμε την ταινία «Ο Τζόνι πήρε τ`όπλο του», η οποία είναι μια πολύ σκληρή ταινία -ψυχολογικά- κατά τη γνώμη μου, ακριβώς γιατί βλέπεις έναν εγκλωβισμένο εγκέφαλο να σκέφτεται και κανείς να μη μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του. Αυτό το φιλμ είναι τόσο κλειστοφοβικό και τόσο σκληρό που ένας αδελφικός μου φίλος, στα 20 λεπτά έφυγε. Ενώ είναι σινεφίλ, δεν άντεξε ψυχολογικά. Αυτό δε σημαίνει ότι η ταινία είναι κακή, απλά ο άνθρωπος δεν άντεξε. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με την «Ψυχή στο Στόμα». Κάποιοι μπορεί να μην αντέξουν την ψυχολογική βία που υπάρχει. Υπάρχει και η σωματική βία αλλά αυτή την έχουμε δει σε ξένες ταινίες πολλές φορές. Λεκτική βία όμως, σε τέτοιο βαθμό, δεν έχουμε δει. Λεκτική βία που δεν είναι «φωνακλάδικη» όπως στο «Σπιρτόκουτο», όπως το σκυλί που γαυγίζει αλλά δεν το φοβόμαστε. Εδώ η λεκτική βία είναι υπόγεια. Καταλαβαίνουμε ότι η απειλή που ξεστομίζει το αφεντικό είναι πραγματική. Έχουμε να κάνουμε με αδίστακτους ανθρώπους. Όταν λένε «θα στο κάνω», το εννοούν. Κι αυτή είναι η πραγματική διαφορά του «Σπιρτόκουτου» με την «Ψυχή». Δεν είναι το «ακατάσχετο υβρεολόγιο» όπως μας κατηγορούν πολλοί. Είναι επειδή τη βρισιά εδώ την εννοεί, είναι πυροβολισμός. Δεν είναι «θα σε πυροβολήσω», πυροβολεί.

Advertisements

~ από dirakis στο Φεβρουαρίου 22, 2007.

2 Σχόλια to “Cineντευξη: Ερρίκος Λίτσης”

  1. Είστε ό,τι ομορφότερο έχω αντικρύσει στην οθόνη από το 1999 που είδα το Fight Club. Θαύμα: Δεν είσαστε Αμερικάνοι, δε μας έρχεστε μόνο στα «ενημερωμένα» video clubs και δε σας ανακαλύπτουμε από τα ράφια των indies. Να που για μια φορά είχαμε την τύχη το Αριστούργημα να μιλά στη μητρική μας γλώσσα. Τρέμω από συγκίνηση. Να μη μας χαθείτε, παρακαλώ…

  2. Το «Σπιρτόκουτο» είναι εκπληκτική ταινία! Στα όρια, μεν, αλλά πολύ καλή!! Μπράβο σας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: